I racconti del Premio Energheia Europa

Σaten, Κακανάς Αστέριος

νικητής Βραβείο Energheia Greece 2022

Η ώρα κόντευε έξι. Η Χαρά κοίταξε το δρόμο πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα. Είχε πλέον βραδιάσει για τα καλά και το πλακόστρωτο έλαμπε κάτω από τον κίτρινο φωτισμό της Ιάσονος. Είχε βρέξει νωρίτερα το απόγευμα. Αλλά μήπως το κατάλαβε; Αυτός ήταν ο τέταρτος που έφευγε. Ή μήπως ο εικοστός τέταρτος; Είχε χάσει πλέον το λογαριασμό.

Η Λουκία την πλησίασε και τη χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Δύο ωρίτσες κουκλίτσα μου και μετά πας για νανάκια, της είπε. Δύο ώρες ακόμα… Μπορεί άλλοι έξι πελάτες. Αλλά εφόσον η Πάολα έφυγε, μπορεί να της φόρτωναν οκτώ. Μπορεί και δέκα. Δε βαριέσαι, ποια η διαφορά; Έτσι κι αλλιώς το είχε συνηθίσει πλέον.

Μπήκε στο δωματιάκι κι έκατσε στο σκαμπό. Ένιωσε τη τραχιά επιφάνεια του ξύλου να της τρυπά τα πόδια και τους γυμνούς γλουτούς της. Περίμενε. Σε λιγάκι θα τη φώναζε η Λουκία για άλλη μια επίδειξη. Αχ Θεέ μου, κάνε να μην είναι γέρος… Δεν αντέχω άλλο… Αλλά και γέρος να μην ήταν, δε θα άλλαζαν και πολλά. Με δέκα ευρώ, μέχρι και πρεζάκια έρχονταν. Είχε δει τόσα μέσα σε αυτά τα έντεκα τετραγωνικά που πλέον τίποτα δεν της φαινόταν παράξενο ή σιχαμένο. Όλος ο καλός ο κόσμος του κέντρου, όλη η αφρόκρεμα των πεζο- δρομίων ερχόταν για δέκα λεπτά ηδονής. Κάποιους μάλιστα τους θυμόταν! Τα- κτικοί πελάτες. Κάθε τρεις με τέσσερις μέρες ήταν εκεί. Και κάθε φορά όλο και πιο βιαστικοί. Όλο και πιο βίαιοι.

Άκουσε τη φωνή της Λουκίας. Έδινε τις συνηθισμένες πληροφορίες. Σα μενού εστιατορίου. Ήξερε τη διαδικασία. Πήρε ένα λάγνο ύφος και βγήκε κοιτάζοντας δεξιά. Όχι πολύ, μη σε περάσει και για στραβή. Το έμαθε πλέον, το είχε τελειοποιήσει. Περπάτησε τρία μέτρα και γύρισε πλάτη. Είχε προλάβει να τον δει. Καθόταν στον καναπέ σταυροπόδι, λες και παρακολουθούσε αγώνα ποδοσφαίρου. Κάποιον της θύμιζε. Πρέπει να είχε ξανάρθει, αλλά πριν καιρό. Γνωστή φυσιογνωμία, αλλά κάπως θολή στη μνήμη της. Όπως και όλα τα υπόλοιπα. Εδώ και καιρό, όλα έμοιαζαν με λασπόνερα. Θολά και βρώμικα, πολύ βρώμικα.

Ξαναμπήκε στο δωματιάκι και έκατσε στο κρεβάτι. Σε λίγο θα έμπαινε. Χάιδεψε απαλά τα σεντόνια, κοιτάζοντας τις ζάρες. Πολλές ζάρες. Ένα πικρό χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της. Θυμήθηκε την Αλεξάνδρα, την κοπέλα που τους καθάριζε το σπίτι. Διακόσια εβδομήντα τετραγωνικά ήταν αυτά, δεν μπορούσε να την αφήσει να κουράζεται. Ποτέ, όμως, δεν έμενε γυναίκα πάνω από δίμηνο μαζί τους. Τις βίαζε και μετά τον εκβίαζαν. Και μετά τις έδιωχνε κακήν κακώς. Δεν ήταν καλή, ούτε σεντόνια δεν ήξερε να σιδερώνει. Κοίτα κάτι ζάρες! Και μετά παίζαμε το παιχνιδάκι πως εγώ τον πίστευα. Κι έπειτα έφερνε άλλη. Και άλλη. Και άλλη. Ώσπου ήρθε η Αλεξάνδρα.

Η Αλεξάνδρα πολύ καλή κοπέλα, ε Χαρά; Όλα τα σεντόνια στην τσάκιση! Ναι, ναι αγάπη μου. Να την κρατήσουμε. Και πράγματι, η Αλεξάνδρα έμεινε μαζί τους δύο ολόκληρα χρόνια. Έως το τέλος. Τί να απέγινε, άραγε; Αλλά τέτοια κορίτσια τί ανάγκη έχουν; Είκοσι έξι ετών, όμορφη και δουλευταρού. Είχε πείρα από σεντόνια. Τόσες βίλες υπάρχουν, όλο και κάποια θα χρειάζεται μια κοπέλα με τα δικά της προσόντα. Και πάντα με το χαμόγελο! Εκείνο το ακριβό θέατρο είχε αποκτήσει και τρίτο μέλος στο θίασό του! Όμορφες μέρες, τόσο απλές και καθαρές στη μνήμη της. Πού να το φανταζόταν ότι από τη Βάρκιζα θα κατέληγε στο Μεταξουργείο; Και μάλιστα πάλι σε ένα δρόμο που λέγεται Ιάσονος!

Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ξερόβηξε και την έκλεισε με κρότο. Κοίταξε το χώρο γύρω του χωρίς να πει κάτι. Ψηλός και γεροδεμένος, με κοντό μούσι και μακρύ μαλλί. Αυτό μάλιστα! Θα έχει πλάκα. Αχ μακάρι να κλείναμε με αυτόν, δεν αντέχω άλλο. Εκείνη η βίλα στη Βάρκιζα, ωστόσο… Να την έχει αγοράσει κανείς άλλος; Δύσκολη υπόθεση για το μεσίτη. Δεν αγοράζουν τόσο εύκολα βίλες που έχουν γίνει φονικά μέσα. Πάντως εάν την αγόρασε κάποιος θα την πήρε κοψοχρονιά. Λαχείο του έκατσε.

Πώς σε λένε, τη ρώτησε. Η Χαρά δίστασε για μια στιγμή. Πώς την έλεγαν, άραγε; Είχε ξεχάσει πλέον. Είχε αλλάξει τόσα ονόματα ώσπου να καταλήξει στης Λουκίας που κι η ίδια μπερδευόταν πλέον. Τί καλόψυχη που ήταν η Λουκία… Της πρόσφερε αμέσως δουλειά και σπίτι, χωρίς να τη νοιάζει τίποτε. Ούτε αν είναι έμπειρη, ούτε αν σκότωσε τον άντρα της. Με ένα κουρεματάκι κανείς δε θα σε αναγνωρίσει μωρό μου. Αρκεί να έχεις όρεξη για δουλειά. Το μεροκάματο να βγαίνει!

Μόνικα, απάντησε η Χαρά και σηκώθηκε. Τότε την πλησίασε. Κόλλησε το μεγάλο στέρνο του πάνω στο γυμνό της στήθος και της ψιθύρισε στο αυτί. Ποιον κοροϊδεύεις Χαρά; Μόλις τύλιξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό της, όλα έγιναν ξεκάθαρα και πάλι. Θυμήθηκε τα πάντα. Από πού ξεκίνησε το κακό και τί ακριβώς είχε γίνει. Θυμήθηκε αυτό το αργό, γεμάτο πάθος στραγγάλισμα. Τα μάτια που ξεχείλιζαν οργή, τις βρισιές. Θυμήθηκε και το μαχαίρι. Θυμήθηκε με πόση χαρά το χτύπησε στο στέρνο του, ξανά και ξανά και ξανά. Θυμήθηκε και το Σωτήρη.

Θυμήθηκε πόσο αγαπημένα αδέρφια ήταν, σε πόσες υπηρέτριες έμαθαν μαζί πώς να σιδερώνουν σωστά τα σεντόνια. Και τώρα τον είχε μπροστά της. Αλλά όχι για πολύ. Την είχε ήδη ξαπλώσει στα τσαλακωμένα σεντόνια του βρώμικου κρεβατιού και συνέχισε αυτό που δεν πρόλαβε ο άλλος πριν έξι μήνες. Η Χαρά είδε το ίδιο μίσος στα πανομοιότυπα πράσινα μάτια. Όμως αυτήν τη φορά δεν είχε κάποιο μαχαίρι κοντά της. Αλλά καλύτερα έτσι.

Προσευχόταν να τελειώσει νωρίτερα. Να ήταν ο τελευταίος πελάτης. Και πάνω απ’ όλα να μην ήταν κάποιος γέρος. Τελικά και οι τρεις ευχές της θα πραγματοποιούνταν. Αν υπήρχε ένα πράγμα για το οποίο μετάνιωνε, ήταν τα σεντόνια. Θα προτιμούσε να γινόταν τότε, στο σπίτι της, στα δικά της καλοσιδερωμένα, σατέν σεντόνια. Σε εκείνα τα γυαλιστερά και ατσαλάκωτα σκούρα μπορντό, κι όχι σε αυτά τα βρώμικα πορτοκαλί σάβανα. Τώρα ήταν πλέον αργά.

Την καημένη την Λουκία σκεφτόταν εκείνες τις στερνές στιγμές. Τί θα έκανε άραγε; Αλλά κακώς ανησυχούσε. Δεν είχε ανάγκη η Λουκία, θα έβρισκε γρήγορα κάποια άλλη. Μπορεί να ήταν και καλύτερη και την άλλη εβδομάδα να ισοφάριζε τη χασούρα. Τί καλή που ήταν η Λουκία… Ποτέ της δεν την ένοιαξε το παρελθόν. Ούτε και οι δαίμονές του.

Το μεροκάματο να βγαίνει.