I racconti del Premio Energheia Europa

Εκείνη, η θάλασσα, Νικολέττα Καρναχωρίτη

Αναφέρετε το Βραβείο Energheia Greece 2022

«Θα φέρει η θάλασσα πουλιά…» Κλείνω τα μάτια μου να μεταφερθώ, από το παράθυρο χτυπά το φως του ήλιου στα βλέφαρά μου και ας είναι χειμώνας. Μεταφέρομαι σε μια θάλασσα και πια τα χείλη μου παίρνουν την μορφή που τους αναλογεί για κάθε ένα γράμμα, ώστε να μπορέσουν να σχηματίσουν το «να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά, να σου φιλούν το χέρι». Είναι όλα μέσα στη γαλήνη, δεν έχω δει τη θάλασσα πιο ήρεμη. Ξαφνικά, σηκώνει το πιο ελαφρύ κύμα της για να βγάλει έξω στη στεριά μια ελπίδα. Την ελπίδα που ευχήθηκα σαν μετρούσα τα κεριά, σαν άνοιγαν πάλι τα φώτα την πρώτη μέρα του χρόνου, σαν να έπεφτε ένα αστέρι, εκείνη την ελπίδα που έψαχνα κάτω από το μαξιλάρι μου πριν κοιμηθώ κάθε βράδυ. Την αγκάλιαζαν κόκκοι άμμου όταν την βρήκα εκεί στο σημείο «Αν με πίστευες λιγάκι θα ‘ταν όλα αληθινά» και ζητούσε με τόση ευγένεια κάποιον να την ξεπλύνει. Η πρώτη της εικόνα ήταν μια κοπέλα με κατάμαυρα μαλλιά που όσο τα κοιτούσε ο ήλιος έπαιρναν μπλε χρώμα, σαν εκείνο το μπλε στο πιο βαθύ κομμάτι της θάλασσας, στο πιο δύσκολο και τρομαχτικό, εκείνο που σε φορτώνει με απελπισία και ας είσαι ο πιο μεγάλος λάτρης της. Η πρώτη της εικόνα ήταν μια κοπέλα που προσπαθούσε να ακούσει τη φωνή της και ας έκαναν θόρυβο οι γλάροι και ας ακουγόταν πιο δυνατά η θάλασσα, εκείνη υπέγραφε την ψυχή της πάνω σε ένα χαρτί που έγραφε «Χάρτινο το Φεγγαράκι». Το δεξί της χέρι έμοιαζε σαν να χάιδευε τον αέρα τόσο μαλακά και το αριστερό της ακουμπούσε το διάφραγμά της σαν να προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Εκείνη έμοιαζε πως θέλει τόσο πολύ να ακουστεί, μάλλον το είχε ανάγκη. «Δίχως την δική σου αγάπη δύσκολα περνάει ο καιρός». Για να μπορέσω να ακουστώ, δεν θα γίνω ο γλάρος, ούτε η θάλασσα όσο κι αν της μοιάζω. Για να μπορέσω να ακουστώ δεν θα φωνάξω, έμαθα να μην επιβάλλομαι. Για να μπορέσω να ακουστώ θα πρέπει να ακούσω πρώτα. Μα άκουσα γι’ αυτό δεν μπορώ να ακουστώ. Ποιος με έμαθε να τραγουδάω και ποιος να μιλάω; Κάποιος το έκανε, κάποιος που τον είχαν μάθει, μα εκείνος δεν ήταν δάσκαλος. Με έμαθε όμως γιατί τον άκουσα, και του έμοιασα, και γίναμε ένα. Αλλά τώρα προσπαθώ να ξεφύγω, να κρατήσω μόνο τα καλά που είχε να μου προσφέρει. Σταδιακά, κατάλαβα πως δεν πρέπει να ακούω κι αυτό μέσα μου ρίζωσε, όμως ξεχώρισα μέσα στο πλήθος μια αληθινή δασκάλα! Μου είπε πως αν δεν αντισταθώ σθεναρά στην ομοιότητα, δεν θα βρω τη δίκη μου ταυτότητα, δεν θα ζήσω το όνειρό μου, θα είμαι πάντα μια άλλη. Έτσι τώρα προσπαθώ να εμπιστευτώ, να ακούσω, να ξεριζώσω από μέσα μου εκείνη τη φράση. Έμπλεξα τα χέρια μου στα μαλλιά μου και ένιωσα την αλμύρα σε εκείνο το σημείο «Δίχως τη δική σου αγάπη είναι ο κόσμος πιο μικρός». Κοίτα τη θάλασσά μου! Γέμισε με κόσμο! Εκεί κοίτα, στο πιο ζεστό κομμάτι της, δες πόσοι άνθρωποι αφέθηκαν στην επιφάνεια, επέλεξαν την ευκολία, μην κουραστούν, δες τους που επιπλέουν με κλειστά μάτια στο νερό. Είμαι σίγουρη πως νιώθουν περήφανοι κι έξυπνοι, μα δεν γνωρίζουν πως τώρα που χρησιμοποίησαν την ευκολία εκείνη θα τους μετατρέψει σε υποχείρια δικά της. Δεν γνωρίζουν πως όταν καλά καλά ξυπνήσουν, η θάλασσα θα τους έχει μεταφέρει είτε στα βαθιά, είτε σε αλλά μέρη άγνωστα για εκείνους, δύσκολα κανείς να επιβιώσει. Κοίτα εκεί στα δεξιά της θάλασσάς μου, βλέπεις εκείνους που μετρούν τους κόκκους της έναν προς έναν ή αυτούς που την παρατηρούν με τόση αφοσίωση; Εκείνοι ανακαλύπτουν από το πώς είναι δυνατόν να επιπλέει ένας άνθρωπος στο νερό, μέχρι και την ίδια την ύπαρξη. Πόσο σημαντικοί αλλά και πόσο καταστροφικοί μπορούν να γίνουν; Δες στα αριστερά κάποιοι βουτάνε στο νερό! Τους βλέπεις; Εκεί στο πιο κρύο κομμάτι, βαθιά, βαθιά, κρατούν όσο μπορούν την αναπνοή τους, το στήθος τους έρχεται παράλληλα με την άμμο, πόσο δύσκολο πρέπει να είναι. Χρειάζεται να κουραστείς αλλά και να έχεις την ανάγκη να μάθεις, να παρατηρήσεις, να προκαλέσεις τον εαυτό σου, να έρθεις αντιμέτωπος με την αλήθεια, με την πραγματικότητα. Άμα θες να το περιγράψεις πρέπει να εμβαθύνεις. Μόνο μια λεπτή γραμμή τους κρατά μακριά από το να χάσουν το μυαλό τους, μια μικρή γραμμή από τον πνιγμό με τόση υπερανάλυση. Δεν το γνωρίζω όμως, μπορεί και να είναι ήδη νεκροί από την πρώτη βουτιά μακριά από την επιφάνεια. Αυτό που βλέπουμε μπορεί να είναι το έργο τους που πάντα θα ζει. Ένα έργο που χωράει από τον δικό τους φανταστικό παράδεισο μέχρι και τον κόσμο των ζωντανών. Η αλμύρα έφτασε στα χείλη μου. Πρώτη μου σκέψη, εσύ! Πόσο μου έλειψε να πηγαίνω στα βαθιά εκεί που μυρίζει ακόμα το άρωμά σου! Σ’ αυτήν τη θάλασσα παλιά μου είπες το όνομά σου, θυμάσαι καθόλου; Ζούσα μέσα στο σκοτάδι μου τότε, μα ήρθες εσύ, με κοίταξες και είδα τον ήλιο να κατεβαίνει, να πιάνει το πρόσωπό σου και να το ακουμπά στο δικό του χωρίς καμία ενοχή, να φορά το δέρμα σου και να με πλησιάζει με τόσο φως κι ελπίδα. Κατευθείαν μου ήρθε στο μυαλό μου, πόσο ταλαντούχα θα ήμουν αν μπορούσα, έστω και λίγο, να περιγράψω τη στιγμή ή εσένα; Μα πού να χωρέσεις εσύ στην περιγραφή μου. Στεκόσουν και ήξερες ακριβώς τι σε ευνοεί, πώς να κοιτάς, πώς να κινείσαι, να αγγίζεις. Κι εγώ μέχρι πριν λίγο δεν ξεχώριζα τον διακόπτη του μπάνιου από του διαδρόμου και πατούσα και τους δύο. Σε θαύμαζα με κάθε τρόπο, αλλά ήσουν αμέτρητα χιλιόμετρα μακριά από τον κόσμο που ζούσα εγώ. Να μπορούσα να αγαπήσω εμένα όπως εσύ τον εαυτό σου, αυτό ζήτησα. Και εσύ μου είπες πως για να με αγαπήσω, για να βρω τον εαυτό μου πρέπει να ψάξω μέσα μου, τίποτα δεν έρχεται έτσι, τίποτα! Στην αρχή, μου ήταν τόσο δύσκολο, κάθε προσπάθεια να με πλησιάσω προσέκρουε με τόση φόρα στον τοίχο. Κι εσύ πήρες μια πρόκα, την χτύπησες δυο φορές πάνω του, την στράβωσες κι απάνω της κρεμάστηκες. Καθρέφτης έγινες! Να κοιτάξω μέσα σου για να μπορέσω να βρω όλα αυτά που ήταν αδύνατον να δω σε εμένα. Κι εγώ σε κοίταξα και ένιωσα γυμνή, εκτέθηκα. Πήρε καιρό, μα κάπου εκεί στο βάθος φάνηκε το εγώ μου μαζί με το όνειρό μου να με κοιτάζουν. Σε εμπιστεύτηκα, έτσι πίστεψα σε εμένα άλλωστε. Κι έβαλα τόσο ψηλά τους στόχους μου, για να μην φτάσει κανείς να μου τους ρίξει. Πρώτα, άρχισα να ζω μέσα σου, εκεί που απλά υπήρχα, να ψηλώνω και ύστερα δεν χωρούσα, στάθηκα στα πόδια μου και ψήλωνα κι έξω από σένα. Μάλιστα ψήλωσα τόσο, που έφτασα τους στόχους μου και τους έθεσα ακόμα ψηλότερα και ψήλωσα κι άλλο, κι άλλο. Κι εσύ φορούσες στα μάτια σου τόση περηφάνια όταν με κοιτούσες, ακόμα και όταν δεν σου το επέτρεπα. Συγγνώμη που σου ζητάω να θυμηθείς. Καμιά φορά κοιτάζω το παρελθόν γιατί πρέπει να θυμάμαι, να ξέρω, να επιβεβαιώνω και να σου είμαι ευγνώμων. «Χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη ακρογιαλιά, αν με πίστευες λιγάκι θα ‘σαν όλα αληθινά». Πιο παλιά, πριν σε γνωρίσω, είχα έρθει ξανά σ’ αυτήν τη θάλασσα, θυμάμαι, είχα πάρει ό,τι με απασχολούσε και ένιωθα πως μου στερεί το όνειρο και το είχα γράψει στο πιο υγρό σημείο της άμμου, το είχα αφήσει εκεί να το σβήσει η θάλασσα. Η θάλασσα, γένους θηλυκού! Με αγάπησα όπως αγάπησε εκείνη τους ανθρώπους, δεν τους αγαπά όλους, δεν αγαπά τους φοβισμένους, μόνο τους τολμηρούς μόνο τους ελεύθερους, τους διατεθειμένους να βρουν το θάρρος να χάσουν λιγάκι τη στεριά από τα μάτια τους για να την γνωρίσουν και να επιστρέφουν πάντα σε εκείνη. Έτσι με αγάπησα χωρίς όρια, δίχως σκεπή, με έναν ήλιο και ένα φεγγάρι. Τώρα, πριν φύγω από δω θα πάω να γράψω ακριβώς τα ίδια λόγια με τότε, στο πιο υγρό σημείο της άμμου και θα τα σβήσω εγώ, πριν προλάβει να τα σβήσει εκείνη.

(Στο κείμενο περιλαμβάνονται στίχοι από το τραγούδι «Χάρτινο το φεγγαράκι» του Μάνου Χατζιδάκι & Νίκου Γκάτσου)