I racconti del Premio Energheia Europa

Quod periit, redibit, Katia Mesolorà

Νικήτρια ιστορία για το βραβείο Energheia Greece 2025

Η Άννα έφτασε στη Ματέρα αργά το απόγευμα, την ώρα που ο ήλιος βυθιζόταν αργά στον ορίζοντα, τυλίγοντας την πόλη σε μια αλλοτινή, χρυσαφένια λάμψη. Αυτή η χρυσή ανταύγεια που ντύνει τα κτίρια με το χρώμα της ώχρας έκανε πάντα την καρδιά της να σκιρτά, κάθε φορά που ονειρευόταν την Ιταλία. Καθώς το λεωφορείο πλησίαζε τον προορισμό του, ο ενθουσιασμός της φούντωνε. Πριν αποφασίσει να μετακομίσει σε αυτή την πόλη ένιωθε αβέβαιη — τώρα πια ήταν βέβαιη. Είχε δει εικόνες, είχε μελετήσει ιστορίες, μα τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με το δέος που ένιωσε όταν η πόλη απλώθηκε μπροστά της.

Κατέβηκε από το όχημα και περπάτησε προς την άκρη του δρόμου, εκεί όπου πόλη απλωνόταν σαν ένα πέτρινο γλυπτό χαραγμένο από το χρόνο: Time present and time past / Are both perhaps present in time future, / And time future contained in the past, οι στίχοι του T.S. Eliot στριφογύριζαν στο μυαλό της, καθώς αντίκριζε την πόλη. Η Ματέρα δεν ήταν απλώς χτισμένη· ήταν σκαλισμένη. Φωλιασμένη μέσα στους λόφους, γεμάτη λαβυρινθώδη σοκάκια, σπηλαιώδη σπίτια και εκκλησίες λαξευμένες στον βράχο, έμοιαζε με έναν ζωντανό οργανισμό που ανέπνεε την ιστορία αιώνων.

Ο ήλιος χανόταν πίσω από τους γκρίζους ασβεστολιθικούς σχηματισμούς και το φως χυνόταν απαλά στις επιφάνειες, κάνοντάς τες να μοιάζουν σαν να φλέγονται ήρεμα, λουσμένες σε αποχρώσεις του κεχριμπαριού. Οι σκιές μακραίναν, κι ένα παράξενο παιχνίδι φωτός και σκοταδιού έδινε στα Σάσσι — τα περίφημα σπηλαιώδη σπίτια — μια σχεδόν ανθρώπινη παρουσία, σαν να την παρατηρούσαν, ψιθυρίζοντάς της ιστορίες θαμμένες βαθιά στον χρόνο. Ένα ρίγος τη διαπέρασε — εκείνο το αίσθημα που σε κυριεύει μπροστά σε κάτι αρχέγονο και ιερό· κάτι που σε ξεπερνά. Δεν ήταν μια πόλη που τη διέσχιζες απλώς· έπρεπε να τη νιώσεις.

Μια απαλή αύρα σήκωσε τα μαλλιά της και έφερε μαζί της τη μυρωδιά της πέτρας, δροσερή και υγρή, ανακατεμένη με το άρωμα φρεσκοψημένου ψωμιού από κάποιον φούρνο που έκαιγε ακόμα ξύλα. Η σιωπή της πόλης διακοπτόταν μόνο από τα βήματα λίγων ντόπιων που κατηφόριζαν στα στενά. Ένιωσε ότι δεν υπήρχε άλλο μέρος στον κόσμο όπου θα μπορούσε να βρίσκεται αυτή τη στιγμή. Η Ματέρα δεν ήταν πια μόνο αντικείμενο της έρευνάς της· ίσως να ήταν και το μέρος που θα τη μεταμόρφωνε.

Ανυπομονούσε να ζήσει τη Ματέρα στην καθημερινότητά της — la vita di tutti i giorni, όπως λένε οι Ιταλοί. Φανταζόταν τον εαυτό της να περνά καθημερινά μπροστά από τα Σάσσι, αυτές τις σπηλαιώδεις κατοικίες που κατοικούνται αδιάλειπτα εδώ και εννέα χιλιετίες. Να βλέπει ηλικιωμένους να κάθονται στα κατώφλια όπου άλλοτε έζησαν αρχαίοι λαοί· να ακούει τα γέλια των παιδιών που τρέχουν σε δρομάκια με την ίδια χάραξη από τη Νεολιθική Εποχή — απόδειξη ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι μια αδιάκοπη αλυσίδα. Και η ίδια, κάπως, ήταν κρίκος αυτής της συνέχειας. Η σκέψη της βυθιζόταν κάτω από την επιφάνεια της πόλης, εκεί όπου απλωνόταν μια δεύτερη, μυστική Ματέρα· μια δεύτερη, υπόγεια ζωή. Σήραγγες, δεξαμενές νερού, περάσματα σε χώρους που λίγοι γνώριζαν. Τείχη γεμάτα επιγραφές, σύμβολα, ίχνη ύπαρξης. Η ίδια η πόλη μιλούσε.

Ύστερα από λίγες μέρες, είχε ήδη ενσωματωθεί στον ρυθμό της πόλης. Ήταν ένα δροσερό απόγευμα στη Ματέρα όταν, μετά από ώρες έρευνας στα αρχεία, η Άννα αποφάσισε να χαθεί στα σοκάκια των Σάσσι. Η ώρα της δύσης πλησίαζε και το μέλινο φως τύλιγε τους σμιλευμένους βράχους, χαρίζοντάς τους μια σχεδόν αιθέρια λάμψη.

Κατηφορίζοντας προς μια μικρή πλατεία, τα βήματά της την έφεραν μπροστά σε ένα χαμηλό πεζούλι, όπου καθόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, με το βλέμμα στραμμένο σιωπηλά προς την πόλη που απλωνόταν μπροστά της. Το πρόσωπό της ήταν βαθιά ρυτιδωμένο, σαν τους ίδιους τους βράχους της Ματέρα, και τα χέρια της, λεπτά αλλά σημαδεμένα από δεκαετίες μόχθου. Φορούσε σκούρο φόρεμα και ένα μαύρο, λεπτό μαντήλι στα μαλλιά. Όμως στα μάτια της υπήρχε κάτι αναπάντεχα ζωντανό — μια λάμψη γεμάτη σοφία αλλά και πένθος.

Η Άννα σταμάτησε για λίγο, προσπαθώντας να μη φανεί αδιάκριτη. Τότε, η ηλικιωμένη σήκωσε το βλέμμα της και της χαμογέλασε.

— Δεν είσαι από εδώ, vero; (Έτσι δεν είναι;)

Η Άννα χαμογέλασε ντροπαλά.

— Όχι, είμαι από την Ελλάδα. Αρχαιολόγος.

Η γριά ένευσε αργά, σαν να είχε ήδη μαντέψει την απάντηση.

— Μια γυναίκα που ψάχνει την ιστορία… Μα η ιστορία δεν είναι πάντα γραμμένη σε χαρτιά, παιδί μου.

Η Άννα πλησίασε λίγο περισσότερο, μαγεμένη από τον τρόπο που μιλούσε η γυναίκα.

— Ήσασταν πάντα εδώ, στη Ματέρα;

Η ηλικιωμένη γέλασε πικρά.

— Ήμουν εδώ… και έφυγα. Και μετά γύρισα. Όπως κάνουν όλοι.

Η Άννα κάθισε δίπλα της, νιώθοντας μια ανεξήγητη οικειότητα, σαν να συνομιλούσε με την ίδια την ψυχή της πόλης.

— Θα μου πείτε την ιστορία σας;

Η γριά άφησε το βλέμμα της να χαθεί στον μακρινό ορίζοντα. Κι έπειτα άρχισε:

— Ήταν μια εποχή που η Ματέρα δεν ήταν όμορφη όπως σήμερα. Ήταν σιωπηλή και σκοτεινή. Τότε μας έλεγαν “η ντροπή της Ιταλίας”…

Με φωνή που έμοιαζε να αναδύεται από τα βάθη του χρόνου, η νόνα άρχισε να της εξιστορεί πώς η πόλη εγκαταλείφθηκε, πώς οι κάτοικοί της εξαναγκάστηκαν να φύγουν, πώς η ίδια και η οικογένειά της ξεριζώθηκαν από τα σπήλαια που υπήρξαν σπίτι τους για γενιές. Της αφηγήθηκε πώς ζούσαν μέσα στα Σάσσι έως τη δεκαετία του ’50, όταν η ιταλική κυβέρνηση τους απομάκρυνε, χαρακτηρίζοντας την πόλη «ντροπή της Ιταλίας» εξαιτίας των άθλιων συνθηκών διαβίωσης.

Η Άννα συνειδητοποίησε πως το παρελθόν δεν είναι πάντα ρομαντικό—κάποιες φορές είναι σκληρό και γεμάτο πληγές. Η ίδια η πόλη κουβαλάει όχι μόνο την αρχαία της ιστορία, αλλά και μια πρόσφατη μνήμη εξορίας και επιστροφής. Αυτή η πολυπλοκότητα την συνάρπαζε. Καθώς η Άννα την άκουγε, αισθανόταν πως δεν ήταν απλώς μια συνομιλία. Ήταν μια τελετή μύησης—μια ιστορία που έπρεπε να ακουστεί για να μπορέσει να συνεχίσει το έργο της. Γιατί η ιστορία της Ματέρα δεν βρισκόταν μόνο στα βιβλία. Ήταν χαραγμένη στα πρόσωπα των ανθρώπων της.

Την επόμενη μέρα η Άννα επισκέφτηκε την τοπική επαρχιακή βιβλιοθήκη, η οποία περιλαμβάνει συλλογές από μοναστήρια που καταργήθηκαν, παλιά έντυπα και χειρόγραφα και αρχεία τοπικής ιστορίας και πολιτισμικής κληρονομιάς. Μπήκε στον χώρο σκεπτόμενη ακόμη τη χθεσινή συζήτηση που είχε με την ηλικιωμένη γυναίκα. Ο αέρας μύριζε μελάνι, παλιό χαρτί και μια ελαφριά αίσθηση υγρασίας, όπως συμβαίνει σε όλα τα μέρη που φιλοξενούν την ιστορία.

Ήταν εκεί για να αναζητήσει πρωτογενείς πηγές που θα τη βοηθούσαν στην έρευνά της για τη σημασία της πόλης μέσα στους αιώνες. Καθώς πλησίαζε το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, όπου είχε ήδη τοποθετήσει το σημειωματάριό της, άκουσε έναν χαμηλό, ήρεμο ανδρικό τόνο πίσω της.

– Ψάχνετε κάτι συγκεκριμένο ή απλώς αφήνετε την πόλη να σας οδηγήσει;

Η Άννα γύρισε απότομα και αντίκρισε έναν άνδρα γύρω στα τριάντα πέντε, με σκούρα καστανά μαλλιά, λίγες μπούκλες που έπεφταν στο μέτωπό του, και βαθιά, εκφραστικά μάτια στο χρώμα του μελιού. Φορούσε ένα γκρι πουλόβερ και ένα φθαρμένο τζιν, σαν να είχε περάσει τη μέρα του σκυμμένος πάνω από βιβλία και χάρτες.

– Συγγνώμη; είπε ελαφρώς αιφνιδιασμένη.

– Συγγνώμη αν σας τρόμαξα, δεν ήταν η πρόθεσή μου. Απλώς παρατήρησα τα σημειωματάριά σας, τις φωτοτυπίες που έχετε απλώσει… και εικάζω ότι ψάχνετε κάτι σημαντικό. Πρώτη φορά στη Ματέρα;

Η Άννα χαμογέλασε αμήχανα.

– Ναι, πρώτη φορά. Είμαι αρχαιολόγος από την Ελλάδα. Το διδακτορικό μου αφορά την ιστορική σημασία της Ματέρα και την παγκόσμια κληρονομιά της.

Τα μάτια του άνδρα φωτίστηκαν με ενδιαφέρον.

– Α, επομένως, μια γυναίκα της επιστήμης. Συγχαρητήρια. Η Ματέρα είναι ανεξάντλητη. Θα βρείτε περισσότερα απ’ όσα περιμένετε.

Η Άννα τον κοίταξε προσεκτικά. Υπήρχε μια περίεργη σιγουριά στη φωνή του, σαν να ήξερε κάτι που εκείνη ακόμα δεν είχε ανακαλύψει.

– Κι εσείς; Με τι ασχολείστε;

– Λούκα Ρόσι, είπε χαμογελώντας και της έτεινε το χέρι. Ιστορικός τέχνης, ντόπιος – και μάλλον ένας από τους λίγους που μπορούν να σας βοηθήσουν να βρείτε όσα ψάχνετε.

Η χειραψία του ήταν σταθερή, ζεστή, αλλά όχι πιεστική.

– Ωραία, κύριε Ρόσι, τότε ίσως μπορείτε να μου λύσετε μια απορία.

– Κάτι μου λέει ότι δεν θα είναι η μόνη, απάντησε εκείνος με ένα πονηρό χαμόγελο.

Η Άννα έγειρε το κεφάλι της παιχνιδιάρικα, χωρίς να κρύψει το ενδιαφέρον της.

– Ξέρετε αν υπάρχουν ανέκδοτα χειρόγραφα ή μη καταγεγραμμένα αρχαιολογικά ευρήματα;

Για πρώτη φορά, το χαμόγελο του Λούκα έσβησε ελαφρώς. Το βλέμμα του σκοτείνιασε, σαν να ζύγιζε την ερώτησή της.

– Ίσως. Αλλά δεν είναι όλα τα μυστικά της Ματέρα γραμμένα σε βιβλία.

Αμέσως θυμήθηκε τη φράση της ηλικιωμένης Ρόζας: «η ιστορία δεν είναι πάντα γραμμένη σε χαρτιά». Μπορούσε κανείς να αφουγκραστεί την ψυχή της Ματέρα μόνο αν ήταν πρόθυμος να ζήσει στην πόλη και να ανακαλύψει τα μυστικά της.

Μετά από εκείνη την πρώτη τους συνάντηση στο αρχείο, η σχέση της Άννας με τον Λούκα άρχισε να αναπτύσσεται αβίαστα, σχεδόν μοιραία. Δεν ήταν μόνο η κοινή τους αγάπη για την ιστορία που τους έφερνε κοντά – ήταν αυτή η ανεξήγητη αίσθηση ότι και οι δύο αναζητούσαν κάτι περισσότερο από τις σελίδες των βιβλίων. Οι μέρες στη Ματέρα περνούσαν με τις έρευνές της να βαθαίνουν και τον Λούκα να γίνεται ο οδηγός της στην πόλη, όχι σαν ξεναγός, αλλά σαν κάποιος που της αποκάλυπτε τα κρυμμένα επίπεδα της πραγματικότητας.

Ένα απόγευμα, ο Λούκα την οδήγησε σε μια περιοχή των Σάσσι που δεν ήταν προσβάσιμη στους τουρίστες.

– Εδώ είναι τα Σάσσι όπως ήταν παλιά, πριν γίνουν αξιοθέατο.

Τα χαλάσματα ήταν σιωπηλά, αλλά γεμάτα ιστορίες που δεν είχαν ακόμη ειπωθεί. Εκεί, σε ένα ερειπωμένο σπίτι, βρήκαν χαραγμένες στον τοίχο παλιές επιγραφές: μήνες, ονόματα, ημερομηνίες.

– Βλέπεις αυτά; είπε ο Λούκα, αγγίζοντας μια φράση στα λατινικά.

Η Άννα ακούμπησε τα δάχτυλά της πάνω στις φθαρμένες χαρακιές.

– Quod periit, redibit…, διάβασε δυνατά.

– Αυτό που χάθηκε, θα επιστρέψει… Η φωνή του Λούκα είχε μια ανεπαίσθητη μελαγχολία. Η Άννα ένιωσε πως εκείνος δεν μιλούσε μόνο για την ιστορία της πόλης, αλλά και για τον ίδιο.

Καθώς η Άννα στάθηκε εκεί, με τα δάχτυλά της ακόμα να αγγίζουν τις λέξεις που κάποιος χάραξε αιώνες πριν, κατάλαβε πως η έρευνά της δεν θα κατέληγε ποτέ σε ένα τελεσίδικο συμπέρασμα. Η Ματέρα δεν ήταν ένα παρελθόν που μπορούσε να κλειστεί σε ένα κεφάλαιο, αλλά ένα συνεχές: μια παλίρροια από μνήμες, σιωπές και φωνές που επανέρχονται. Αυτό που χάθηκε, επιστρέφει – όχι πάντα με τον τρόπο που το περιμένεις, αλλά με τρόπο που απαιτεί να είσαι ανοιχτός, παρών και ευάλωτος. Ίσως τελικά το ζητούμενο δεν είναι να «ανακαλύψει» κάποιος τη Ματέρα, αλλά να της επιτρέψει να τον αλλάξει. Και η Άννα, αρχαιολόγος και γυναίκα της επιστήμης, το κατάλαβε: η ιστορία δεν είναι μόνο αυτό που ψάχνεις. Είναι και αυτό που σε βρίσκει.