Caricamento in corso
I racconti del Premio Energheia Europa

ΣΑΛΕΜΕΝΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΕΛΕΝΗ

Αναφέρετε το βραβείο Energheia Greece 2021

Η Δροσούλα αγαπούσε τους τρελούς και τους πονούσε. Ήταν αληθινή αγάπη, γιομισμένη σεβασμό, τρυφερότητα και μια συγκίνηση, που παλλόταν από δίψα για κατανόηση. Πιο πολύ απ’ όλους, αγαπούσε τη Λελούδα. Πρώτη φορά μ’ εκείνη είχε δει άνθρωπο να περιφρονεί το χάιδι και το βάλσαμο του λευκού χεριού της. Θυμόταν, σα να ’ταν ψες, την πρώτη μέρα που την είχανε φέρει στο Δημόσιο Ψυχιατρείο. Ο θάλαμος αντηχούσε από βροντερές ομιλίες, συγχυσμένα φωνήεντα και θλιβερά βελάσματα, που μόνο η αφοσίωση της κατόρθωνε κάποτε κάτι να ξεχωρίσει… Η σαλεμένη, κυρτή και μαυροφορεμένη, είχε περπατήσει σιωπηλή και ήρεμη, σα να μην της είχε στρίψει, ως το δωμάτιό της, σφίγγοντας απάνου της μια θαλασσιά παιδική κουβερτούλα. Την έστρωσε με ευλάβεια στο κρεβάτι που προοριζότανε για εκείνη, και μέχρι τούτη τη στιγμή, η Δροσούλα δε μπορούσε να καταλάβει το γιατί.

Άκρα ησυχία είχε διατάξει ο γιατρός και ν’ αγρυπνά από πάνω του αδιάκοπα, σαν έπεσε άρρωστος ο γιός της. Ήταν δεν ήταν πέντε χρονώ, κι όμως, παρόλο το νεαρό της ηλικίας του, είχε πει στη μάνα του πως σα μεγάλωνε θα γινότανε ζωγράφος, σαν εκείνους τους περίφημους της Ιταλίας, που σκάρωναν ουράνιες σκηνές, με πολλούς αγγέλους να ψέλνουν στον αέρα με τα ολόλευκα φτερά τους, εις δόξαν του Κυρίου και Θεού. Κι οι άνθρωποι, θα ’βλεπαν, λέει, τα ζωγραφίσματά του και θ’ αναφωνούσαν, πως όλα είχαν γένει όσο τέλεια τα ’χαν φανταστεί στις προσευχές και στις υπνοφαντασίες τους. Μ’ αλίμονο, μέσα σε δυο μέρες, οι άγγελοι, οι ίδιοι άγγελοι που θα ζωντάνευε μέσα στα ουράνια αυτά επεισόδια, πήραν την ψυχή του και την οδήγησαν στον Κύριο ν’ ανταμειφθεί.

Και της το πήρανε το παιδί από το σπίτι μέσα σ’ ένα μακρόστενο νεκροσέντουκο, ζωσμένο με μετάξινες δαντέλες, ολόλευκες, σα φτερά αγγέλων. Το πένθος έκαμε τη Λελούδα να σταθεί πάνω απ’ το κρεβάτι του σπλάχνου της. Μόνο η θαλασσιά κουβέρτα είχε απομείνει. Τότες, άλλες επισκέψεις, άλλες σκιές, άλλα δαγκώματα της ήρθαν στο μυστήριο τούτο που λέγεται ψυχή κι ανταποκρίνεται σ’ όλα τ’ άψυχα και τα ξεψυχισμένα. Έτσι, το ’χε εκεί μέσα το παιδί της και το περιποιούταν, άρρωστο, στο μεταλλικό, νοσοκομειακό κρεβάτι, δυο μήνες τώρα. Ήταν το κρεβάτι της μα ποτέ της δεν είχε πλαγιάσει μέσα του. Λαγοκοιμόταν πάνω σε μια καρέκλα, σιμά του, κι όλο πετάγονταν να ιδεί αν αψήλωσε ο πυρετός του ή αν ζήτησε τίποτα.

Η Δροσούλα πάσχισε να ξεκλέψει από τα σφραγισμένα χείλη της δυο κουβέντες, μάταια όμως. Τα κρατούσε πεισματικά κλειστά και τ’ άνοιγε μονάχα για να επιπλήξει: «Σςς!». Τι μεγάλη ζημιά θα ήταν τάχα, σε τι θα χαλούσε η τάξη του κόσμου αν μίλαγε; Ίσως καλύτερα έτσι, γιατί αν το ’καμε, σίγουρα θα τρόμαζε η δόλια η Δροσούλα, με τα γεγονότα που θα έβγαιναν μέσα από τα χιλιάδες συρταράκια της μνήμης. Μα κι η άρρωστη ήταν αδύνατο να το εκφράσει. Είναι κάτι που νιώθεται και δε λέγεται. Η απώλεια…

Στο δωμάτιο της Λελούδας ήταν σα να ’χε παγώσει ο χρόνος. Πάντα, η Δροσούλα τα έβρισκε όλα όπως τα ’χε αφήσει. Η γυναίκα ήταν στην ίδια θέση. Η κουβερτούλα το ίδιο. Από το φαΐ δεν έλειπε ψίχουλο, απ’ το νερό λιγοστές μοναχά σταγόνες. Τίποτε δεν άγγιζε, τίποτε δεν άφηνε να την αγγίξει – μήτε τα γλυκά μπράτσα του ύπνου –, τίποτε δε χρωστούσε στους ανθρώπους. Κρατούσε μόνο τη θλίψη και τη μοναξιά, ό,τι ήταν δικό της. Παραδομένη στον δικό της εσώκοσμο, όπου δε χωρούσαν άλλοι άνθρωποι, ακίνητη στη στάση της, πάνω απ’ το προσκεφάλι του άρρωστου παιδιού της, έτσι όπως ήταν χθες, έτσι όπως θα ’ταν αύριο, σφίγγοντας τον πόνο της, διατηρούσε στα βαθουλωμένα μάτια και τα ρουφηγμένα της μάγουλα το μεγαλείο της γυναικείας φύσης που γεννά η μητρότητα. Κι ενώ κρατιόταν απ’ αυτό, άρχιζε να βγαίνει από πάνω της η μυρωδιά του σώματος που λιώνει.

Ήταν μια γυναίκα μοναξιασμένη, πράγματι. Ένας άνθρωπος με τόσες μοναξιές, ωστόσο ίσως καθόλου αντίστοιχες ερημιές μέσα του. Κοίταζε συχνά προς το γερτό παράθυρο. Έξω, στην αυλή υπήρχε μια γέρικη τριανταφυλλιά που μπορούσε να βλέπει. Μόνον εκείνη της έδινε χαρά της τρελής, γιατί ήτανε το μοναδικό πλάσμα που κάθουνταν ήσυχο, δεν έβγαζε κιχ. Ο γιος της δεν άντεχε τη φασαρία…

Κάθε φορά που τη γύρευε, η τριανταφυλλιά ήταν εκεί: διάβαζε όσα θα ’θελε να πει, έβλεπε νοήματα στις παλάμες, στα φρύδια, στις πλάτες της μόλις τις κινούσε λιγοστά κι απ’ το ελάχιστο ζάρωμα του προσώπου της μάντευε τι περνά απ’ την ψυχή της, αν ήταν δαίμονας, ίσκιος, καταιγίδα. Η τριανταφυλλιά ήταν ο μέγας ψυχογράφος της. Όλες οι δυνατότητες της άνοιξης βρίσκονταν στα κλωνιά της, υψωμένες στο αποκορύφωμά τους, ωριμάζοντας αργά, σα φρούτα στον ήλιο. Ο ήλιος, ο ίδιος ήλιος που τα ’χει δει όλα, την έκαμε να λαμπαδιάζει τώρα μες το πράσινο, έφεγγε πάνω της μ’ όλη του την ισχύ, όπως και στην καταστροφή της μάνας… Ήσυχη σα βαθύ ποτάμι, αμίλητη σα πηγάδι την κοίταζε την τριανταφυλλιά, με τέτοια προσήλωση και ευλάβεια, λες και πάσχιζε από κείνη να συλλάβει τις περιγραφές της φύσης, της τέχνης, της καθημερινότητας, της εθιμοταξίας. Η ομορφιά της τριανταφυλλιάς δεν ήταν τυχαίο πράμα! Την είχε χτίσει η ίδια με τόσο τέχνη και υπομονή. Ανθοπροσφέρουσα στον προσεχτικό, απειλητική στον βιαστικό, εκατόφυλλη σ’ εκείνον που εχτιμά, περήφανη και για τα λουλούδια και για τ’ αγκάθια της, σήμερα μπουμπουκιασμένη, αύριο ολάνθιστη μπροστά στο ίδιο πρόσωπο, άφιλη, άπιαστη, δημιουργούσε γύρω της μυστήριο και δέος, σα μια ωραία γυναίκα· κρατούσε τον κόσμο σ’ αβεβαιότητα και σε προσδοκία, κι έτσι σε υποταγή. Δεν τα καταλάβαινε πια η άρρωστη τα ευρήματα του κόσμου ούτε τα νοήματα της ζωής, κι όμως, σίγουρα, κοινωνούσε το βαθύτερο περιεχόμενό τους. Ίσως και το μυαλό της, που και που, να έτρεχε σε απεριδίνητους τόπους, όπου ο καθένας μπορούσε να βρίσκεται μονάχος σε μυριάδες εαυτούς, απολυτρωμένος.

Ένα βράδυ, που η Λελούδα κοίταζε μέσα από το γερτό παράθυρο, το βλέμμα της ξεστράτισε από τη τριανταφυλλένια συντροφιά της. Ένα χαμίνι, σα χτικιό της νύχτας, πήδηξε τον μεγάλο τοίχο που χώριζε τους τρελούς από τον κόσμο και προσγειώθηκε στην ερημωμένη αυλή του Ιδρύματος. Κοίταξε τον ουρανό για λίγο, σα να περίμενε ν’ ανάψουν τα τελευταία άστρα, εκείνα που δέχονται τα χαιρετίσματα του ανατέλλοντος φεγγαριού από την άβυσσο, τα μεγάλα και τα φωτεινότερα, κι ύστερα πλησίασε, τρίβοντας τα μπράτσα του, τη γερο – τριανταφυλλιά – βυθισμένη, πάντα, στις ρίζες της και στη μοίρα, χωρίς παράπονο για κείνο που ’χε κιόλας έρθει, έτοιμη για κείνο που ήτανε να ’ρθει. Κοίταξε φοβισμένο γύρω του, μήπως κι είχανε φανεί αυτά που συλλογιζότανε κι έπειτα σα μικρός σπόρος, ξάπλωσε καταγής, κάτω από το μεγαλοπρεπές φυτό.

Ταράχτηκε η Λελούδα, ανασηκώθηκε από το προσκεφάλι του γιού της, κάπου παραπάτησε μέσα στο σκοτάδι κι έπεσε χάμω. Γίνηκε φασαρία. Το φως άναψε κι η Δροσούλα μπήκε ταραγμένη στο δωμάτιο. Μόλις που πρόλαβε να διακρίνει μια μικρή σκιά που έτρεξε κι εχάθη πίσω από τον μεγάλο τοίχο, εκείνον που χώριζε τους τρελούς από τον κόσμο.

«Λελούδα μου, τι έπαθες;» ρώτησε μ’ αγωνία.

«Ένα παιδί…» ψέλλισε. «Ένα παιδί ήτανε στον κήπο…»

Η ανασαιμιά της Δροσούλας πάγωσε.

«Ένα παιδί ήτανε στον κήπο» επέμεινε η σαλεμένη.

«Δεν θα ’χε που να πάει» αποκρίθηκε στενάχωρα, δειλιάζοντας.

«Η μάνα του; Που είναι η μάνα του;»

«Δεν ξέρω…»

«Το σπίτι του;»

«Δεν έχει σπίτι…»

«Και που κοιμάται;»

«Όπου βρει»

«Γιατί έφυγε;»

«Τρόμαξε»

«Γιατί τ’ αφήσαν μόνο το παιδί; Γιατί κανένας δεν το παίρνει;»

«Κανένας δεν το θέλει…»

Ω, πικρό χινόπωρο της ζωής! Σοφή, πολύπαθη ώρα! Το βλέμμα της γύρεψε ν’ ανταμώσει ξανά την τριανταφυλλιά. Ξάφνου, για πρώτη φορά ένιωσε τον καιρό ατελείωτο. Το άπειρο συμπαθεί τους δυστυχισμένους… Τα λογικά της, όσα έπνιγε τόσον καιρό στα αποτρελαμένα της βάθη, ήταν μέσα της. Δεν είχαν σβήσει. Θέλανε να ζήσουν! Ήταν αίμα από το αίμα της, ψυχή απ’ την ψυχή της. Κι ως ουσία σιωπηλή, μ’ απέθαντη, διαμαρτυρήθηκαν!

«Τα χρόνια τούτα δεν είναι ευφυή, είναι πονηρά. Και οι άνθρωποι έχουν την κόλαση μέσα τους – και, πως αλήθεια να μην την έχουν; – κι ολωσδιόλου δε νοιάζονται αν μας αφαιρούν τη στερνή μας ελπίδα…»

Η φωνή της ήταν ήρεμη και διαυγής. Την είχαν άραγε πείσει τα λεγόμενά της αναπάντεχης αυτής ανθρωπολαλιάς ή την αιχμαλώτισαν η διάρκεια και η αισθητική της στερεότητα; Η συγκίνηση γιόμισε το στήθος της Δροσούλας, σε μια έκρηξη καρδιάς, λέξη τη λέξη, καθώς η κάθε μία τους σχηματίζονταν διακριτικά, σε σταλαγμούς, από τα χείλη αυτού του βασανισμένου πλάσματος. Ένιωσε να παθαίνεται, θαύμασε το ήθος, το πνεύμα… Μια αγνή κι αθόλωτη ψυχή!

Η τρελή άρχισε να κλαίει. Και τώρα, δα, οι φούχτες της έτρεμαν από τη λύπη. Ήταν άνθρωπος! Πως να το κρύψει; Οι άνθρωποι ζούνε με τη θλίψη. Κι οι τρελοί, χωρίς αυτή, που τους κρατεί ανθρώπους, θα ’ταν πτώματα. Της πήρε το χέρι, το ’βαλε μέσα στο δικό της. Το ζεστό αίσθημα της αφής διαπέρασε όλο της το σώμα. Δεν τραβήχτηκε. Το άγγιγμα ξέρει όσα ο λογισμός δε θα μάθει ποτέ. Κι ενωτιζότανε η Δροσούλα τους λυγμούς της, σα να ’ταν κάτι το ιερό, λόγος διαλεχτός και υπερούσιος. Η αλήθεια και η εξομολόγηση της δικιάς της ζωής, η εστία μιας υπέρτατης και αξεδιάλυτης σοφίας. Ώσπου, σώπασε.

Η άρρωστη, με τα μάτια κόκκινα, συλλογιζόταν για ώρα πολλή, παγωμένη στη θέση της, βυθισμένη στη νάρκη της, αυτή που ’ρχεται μετά τις μεγάλες ταραχές. Κάτι είχε καταλάβει. Κάποιος την είχε ελαφρώσει. Ποιος; Δεν το ’ξερε. Το ’νιωσε όμως, με την ευαισθησία του θλιμμένου, πως το δράμα της πέρασε στη συνείδηση κάποιου άλλου ανθρώπου της γης. Ο κόσμος, λέει, της έστελνε πια φως ήσυχο και γλυκό, που χάιδευε τα κλαμένα μάτια της, κι εκείνη περπατούσε λεύτερη μέσα του με τη βοήθεια που της έδιναν οι άνθρωποι που βαστούσαν ακόμα ελαφρά το ζαρωμένο χέρι της. Είχε μπει σ’ αυτό το μέρος τόσο ανυποψίαστη, και πλέον το αισθάνονταν βαθιά πως έβγαινε κείθε εξουθενωμένη, μα λυτρωμένη πια.

Για στερνή φορά συλλογίσθηκε το παιδί της. Το άφησε να περπατήσει μέσα στην ενθύμησή της, μ’ όλα κείνα τα όνειρα για τους αγγέλους και τα κάτασπρα φτερά τους, κι έπειτα – αφού πολλή καιρό της είχε γίνει εφιάλτης η βελούδινη αφή των χρυσών του μαλλιών και το λείο του, παγωμένο μέτωπο – το ξέχασε. Ξεκίνησε μανιωδώς να ξεστρώνει το κρεβάτι. Κι ύστερα, πήρε να το στρώσει απ’ την αρχή. Δέκα θάνατοι ήταν τα πρώτα δέκα της απλώματα. Μα έπειτα, το πήρε απόφαση.

«Αν ξανάρθει, πείτε του παιδιού να κοιμηθεί εδώ. Το κρεβάτι είναι αδειανό…»

Γονάτισε μπροστά στη γυναίκα που κεχηνώς πάσχιζε να δαμάσει το γεγονός.

«Πείτε του παιδιού να έρθει εδώ» ικέτεψε.

Η Δροσούλα την κοίταξε με συμπόνια. Τόσο ωχρή, τόσο αδύνατη, προσπαθούσε να υψώσει μες τον κόσμο τη σκιά του εαυτού της, το παρελθόν και το παρόν της – αλλιώτικο πλάσμα, με κάτι σα πείσμα και σα δέηση μαζί στην έκφρασή του. Τα μάτια, που ’χαν κρατήσει ακόμα την αγάπη και τον τρόμο, τα παιδεμένα χέρια, τα γκρίζα, αχτένιστα, θαμπά μαλλιά της. Όλα πάνω της υπήρχαν παράξενα, λες και, πλασμένη για τους άλλους, είχε χώρο για μυριάδες πόνους, κι όσα υπέφερε ως τώρα ήταν σωστό να τα υποφέρει, κι, ακόμη, εκείνα τα δεινά που την περίμεναν, κι αυτά πάλι της έπρεπαν! Όλα πάνω της υπήρχαν έτσι – τα πάντα είναι γραμμένα και καθείς παίρνει τη μοίρα που υπηρετεί τον χαρακτήρα του…

«Στο δωμάτιό μου. Έχει χώρο στο δωμάτιό μου! Να τους πείτε πως εγώ το θέλω το παιδί!»

Η σαλεμένη της ματιά δε γέμιζε απλά το στενάχωρο δωμάτιο, μα εξακτινώνονταν σε πολύ πλατύτερο χώρο, σα να δημιουργούσε ένα ψυχικό και πνευματικό γεγονός. Η ανθρωπιά είναι δύσκολη υπόθεση… Πρέπει να την έχεις στο αίμα σου, να τη ζεις, να την ανασαίνεις κάθε στιγμή και να την πραγματοποιείς, ακόμη και με τη σιωπή σου.

Μια φωνή ανθρώπου προς άνθρωπο:

«Πείτε του παιδιού να έρθει εδώ. Στο δωμάτιό μου. Έχει χώρο στο δωμάτιό μου…»