Caricamento in corso
I racconti del Premio Energheia Europa

Ήρα, ΚΟΝΙΑΡΗ ΘΕΟΔΩΡΑ-ΙΩΑΝΝΑ

Νικητής του βραβείου Energheia Greece 2021

Ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Η Ήρα ξενυχτούσε έχοντας μοναδική συντροφιά τις σκέψεις της. Τότε τίποτε άλλο δεν της άρεσε να κάνει περισσότερο από το να περιπλανιέται ανάμεσα σε αυτές μόνη της, ξαπλωμένη στο μισοσκόταδο όταν όλη η πόλη κοιμόταν. Ωστόσο, εκείνη την ημέρα αναλογίστηκε κάτι που καιρό τώρα υποσυνείδητα πάσχιζε να αποφύγει: ο δεκάχρονος εαυτός της σίγουρα δεν θα ήταν καθόλου υπερήφανος για εκείνη. Και η σκέψη αυτή, δίχως άλλο, έμοιαζε με μαχαιριά στην καρδιά της που ήρθε εντελώς άξαφνα και την τραυμάτισε με απίστευτη βιαιότητα.

Αυτό γιατί από μικρή ακόμα ήταν βαθιά πεπεισμένη πως εκείνη αποτελούσε κάτι το ξεχωριστό. Πως εκείνη δεν θα καταντούσε προβλέψιμη και βαρετή σαν όλους τους άλλους, τους πολλούς, τους καημένους. Πως εκείνη διέφερε εντελώς από τη μάζα. Πως εκείνη ήταν φτιαγμένη για πράγματα μεγαλειώδη.

Τέτοιες ήταν οι σκέψεις που την παρηγορούσαν όποτε σκεφτόταν πόσο ανικανοποίητη ένιωθε από τη ζωή της. Και πράγματι, της ζέσταιναν βαθιά την ψυχή. Σαν την παρηγοριά της μητέρας στο παιδί της που μόλις έπεσε και χτύπησε. Παρηγοριά ανάμεικτη με ειλικρινή συμπόνια αλλά και κρυμμένη αμηχανία, καθώς η μάνα μέσα της γνωρίζει καλά πως ο πόνος αυτός με τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνους που θα έρθουν αργότερα στη ζωή.

Έκανε, λοιπόν, υπομονή. «Λίγα χρόνια ακόμα μονάχα και μετά θα μπορέσεις να ζήσεις όπως σου αρμόζει», σκεφτόταν. Διότι το ήξερε πως θα ζούσε μια ζωή ανάλογη με εκείνη των πριγκιπισσών του παραμυθιού, των αστέρων του Χόλυγουντ, των μεγάλων προσωπικοτήτων της επιστήμης και του πνεύματος. Είναι, αλήθεια, πολύ αστείο. Η νιότη έχει μία μοναδική ιδιότητα· σε κάνει να νιώθεις ακατανίκητος, ο υπέρτατος ηγέτης του κόσμου. Από την άλλη μεριά όμως μια απλή, αντικειμενικά ασήμαντη απογοήτευση τη μεταμορφώνει σε πίκρα εκατό φορές μεγαλύτερη από τη διάσταση που της πρέπει.

Τα χρόνια για την Ήρα πέρασαν. Υπομονή έκανε πολλή, πάντα με τη συντροφιά των ίδιων σκέψεων. Κατάφερε –ναι, θεωρείται κατόρθωμα– να σπουδάσει. Δεν της προκαλούσαν κάποιον ιδιαίτερο ενθουσιασμό τα μαθήματα του Πανεπιστημίου, αλλά δεν τη στεναχωρούσε ιδιαίτερα αυτό. Ήθελε απλώς να φέρει σε πέρας το καθήκον της. Πράγμα το οποίο παραδόξως έγινε με λιγότερο κόπο απ’ ό,τι όλοι έλεγαν πως απαιτείται. Ευτυχώς. «Τώρα», μονολογούσε καθώς ετοιμαζόταν για την περιβόητη τελετή της ορκωμοσίας, «θα έρθουν σίγουρα ευκολότερα και γρηγορότερα οι μέρες που περιμένεις. Οι μέρες που σου αξίζουν!».

Οι μέρες αυτές, ωστόσο, δεν έλεγαν να έρθουν. Μήνες, χρόνια μετά την μεγαλοπρεπέστατη εκείνη τελετή με την επιβλητική τήβεννο. Και η Ήρα, κουρασμένη πια, κατάντησε –ποιος να το έλεγε!– να νοσταλγεί τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια. Εκείνη τη μίζερη, βαρετή και γεμάτη καταπίεση (καταπώς τα έβλεπε τότε) περίοδο, που ανυπομονούσε να προσπεράσει τη ζωή της όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και αθόρυβα.

Αρχικά ντρεπόταν να το παραδεχτεί ακόμη και στον ίδιο της τον εαυτό. Η νοσταλγία, όπως την είχε στο μυαλό της, όσο γλυκιά και αν ήταν, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία μορφή ήττας. Αποτελούσε κατά βάση ανασφάλεια, απέχθεια ίσως για τη σύγχρονη πραγματικότητα, τον μοντέρνο τρόπο ζωής. Πήγαζε από το συναίσθημα του να αισθάνεσαι «λίγος» και αμήχανος απέναντι στην αλλαγή, και έτσι να διαλέγεις την αναπόληση του παρελθόντος ως τρόπο διαφυγής από το απαιτητικό και τρομακτικό παρόν.

Ώσπου ήρθε Εκείνος. Έστω και αργά, ήρθε.

Και ήταν όμορφος. Πολύ όμορφος. Αλλά η ομορφιά του δεν ήταν από τις συνηθισμένες, τις συμβατικές, τις επιτηδευμένες. Ήταν πηγαία, αυθεντική. Της έφερνε στο νου εικόνες αρσενικών από εποχές που δεν είχε προλάβει να ζήσει, πολύ παλαιότερές της. Είχε ένα πρόσωπο που όταν το κοιτούσες μπορούσες να δεις αυτήν την τελειότητα που για αιώνες αναζητούσαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι. Μια φωνή σαν συνδυασμό των ομορφότερων συμφωνιών. Και τα λόγια του, αυτά τα λόγια του! Μιλούσε μόνο με λέξεις βγαλμένες σαν από βιβλία των πιο ξακουστών συγγραφέων.

Γνωρίστηκαν, λοιπόν, και αγαπήθηκαν. Και η Ήρα κουβαλούσε σαν παράσημο αυτήν την τιμή που της έκανε. Να τη διαλέξει παρόλο που είχε μια προσωπικότητα τόσο ντροπιαστικά πεζή.

Και τα χρόνια πέρασαν. Τα πρώτα δε, τόσο όμορφα όσο ήταν Εκείνος.

Στην Ήρα άρεσε να τον ρωτάει για τα πάντα, για κάθε ασήμαντο πράγμα που της ερχόταν στο μυαλό. Και να συζητούν με τις ώρες. Να τον ρωτάει για όλα αυτά που είχε ζήσει μέχρι στιγμής στην, ομολογουμένως, ταραχώδη και ενδιαφέρουσα ζωή του.

Και καθόλου δεν την ένοιαζε που Εκείνος δεν τη ρωτούσε τίποτα για τη δική της ζωή. Που όσο περνούσε ο καιρός τής υπενθύμιζε ολοένα συχνότερα την πεζότητα της ύπαρξής της. Τον κοίταζε καθώς ξυριζόταν το πρωί πριν πάει στη σημαντική δουλειά του, καθώς φορούσε τα καλοσιδερωμένα του ρούχα, καθώς έτρωγε το φρεσκομαγειρεμένο του φαγητό όταν επέστρεφε αργά το απόγευμα από τη σημαντική δουλειά του. «Πόσο τυχερή είμαι!», σκεφτόταν. «Δεν θα ξαναχρειαστεί ποτέ πια να σκέφτομαι μόνη μου, σιωπηλά μέσα στα σκοτάδια! Θα έχω πάντοτε κάποιον στο πλευρό μου για να μοιράζομαι τις σκέψεις μου!».

Η Ήρα ήταν, λοιπόν, πολύ ευτυχισμένη. Και η ευτυχία της αυτή μεγάλωνε ακόμη περισσότερο κάθε φορά που έβγαινε έξω με Εκείνον. Διότι λάτρευε να ακούει όλους τους άλλους να λένε για το πόσο πολύ ταιριαστό ζευγάρι ήταν οι δύο τους και για το πόσο μεγαλειωδώς γενναιόδωρη είχε σταθεί η μοίρα απέναντί της. Έπειτα, ήταν και που Εκείνος ήταν πάντα ενημερωμένος για τα καλύτερα εστιατόρια, για όλες τις θεατρικές παραστάσεις της πόλης με άριστες κριτικές, για τις πιο ενδιαφέρουσες κοινωνικές εκδηλώσεις.

Σε ένα τέτοιο μέρος βρίσκονταν όταν ήρθε η πρόταση γάμου από μέρους του. Μια πρόταση γάμου μάλλον προβλέψιμη, αλλά με υπέροχο δαχτυλίδι, εκλεκτή σαμπάνια και –το σημαντικότερο- το χειροκρότημα και τις ευχές οικογένειας και φίλων. Και η Ήρα εκείνη τη στιγμή ένιωσε σαν να κέρδισε το μεγαλύτερο βραβείο που υπήρχε σε όλο τον κόσμο. Ανυπομονούσε πραγματικά για την όμορφη ζωή που θα είχε μαζί του από εδώ και στο εξής. Γιατί δίπλα σε αυτόν τον τόσο όμορφο, γενναιόδωρο και μορφωμένο άνδρα που είχε την τύχη να βρει, τέτοια θα ήταν σίγουρα. «Επιτέλους!», μονολογούσε καθώς οραματιζόταν την επερχόμενη γαμήλια τελετή, «τελικά ήρθαν οι μέρες που περίμενες. Οι μέρες που σου αξίζουν!».

Ώσπου ήρθε η μέρα του γάμου. Η μέρα που και επισήμως πια θα την έκανε ένα με Εκείνον, ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Όλα ήταν στην εντέλεια. Εκείνον, όμως, τον αισθανόταν κάπως απόμακρο, αδιάφορο ίσως απέναντι στη μοναδική αυτή μέρα που θα ένωναν τις ζωές τους. Και όσες φορές και αν τον ρώτησε μήπως συμβαίνει κάτι, αυτός αρνήθηκε. Η Ήρα, βέβαια, κανέναν λόγο δεν είχε να μην τον πιστέψει. Όταν ήρθε η ώρα της γαμήλιας δεξίωσης δε, κάθε αμφιβολία της χάθηκε μεμιάς. «Τι ανόητη που ήμουν!», σκέφτηκε. Αφού Εκείνος δεν έχανε ευκαιρία να δείχνει το τέλειο χαμόγελό του, να ανταλλάσσει με όλους ευχές και φιλιά, να τραγουδάει, να χορεύει. Όχι όμως με την Ήρα. Η Ήρα γνώριζε άλλωστε πως δεν ήταν σε καμία περίπτωση τόσο ικανή στο τραγούδι και τον χορό όσο αυτός. Κι Εκείνος απολάμβανε να είναι το επίκεντρο της προσοχής, πάντα με την Ήρα να τον θαυμάζει απεριόριστα. Κάτι τέτοιες στιγμές ένιωθε αλήθεια τον έρωτά της να μεγαλώνει. Το ίδιο και την υπερηφάνεια.

Και τα χρόνια πέρασαν. Όχι όμως τόσο όμορφα όσο τα πρώτα.

Εκείνος σπάνια πια επέστρεφε από τη δουλειά πριν βραδιάσει. Και τα Σαββατοκύριακα πάντα θα είχε να πάει σε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι ή έκτακτο επαγγελματικό ραντεβού. Η Ήρα δεν τολμούσε ωστόσο να κάνει το παραμικρό παράπονο. Όχι, κάτι τέτοιο δεν θα το έκανε ποτέ. Δεν ήταν τόσο αχάριστη να απασχολεί τον άντρα της με τις παραξενιές της. Αρκετές έννοιες είχε ήδη στο κεφάλι του.

Είχε, επιπλέον, από καιρό επιστρέψει στη συνήθεια που τη συντρόφευε στα βαρετά, νεανικά της χρόνια. Άρχισε να πλάθει ξανά κάθε λογιών ιστορίες στο μυαλό της. Μερικές φορές, μάλιστα, της έρχονταν αληθινά τρελές σκέψεις. Ότι είχε γίνει, λέει, διακεκριμένη επιστήμονας και καθηγήτρια και έδινε διαλέξεις ανά τα Πανεπιστήμια του κόσμου. Ή ότι ήταν διευθύντρια στην εταιρεία που δούλευε Εκείνος, έχοντας έτσι την ευκαιρία να είναι μαζί του συνέχεια και να τον ελαφραίνει κάπως από το βαρύτατο πρόγραμμά του. Κάποιες από τις ιστορίες αυτές τις μοιραζόταν με τη μητέρα ή και με τις φίλες της. Και κάθε φορά γελούσαν όλες τους τόσο πολύ!

Ώσπου έφτασε η μέρα. Ήταν σίγουρα αλήθεια, το επιβεβαίωσε και ο γιατρός. Θα γινόταν μητέρα. Έκλαψε από χαρά, από συγκίνηση, από ανακούφιση. Εκείνος της είχε κάνει το καλύτερο δώρο: την υπέρτατη τιμή να γίνει μητέρα του δικού του παιδιού. Δεν μπορούσε, βέβαια, να κρατήσει τέτοια υπέροχα νέα για τον εαυτό της. Έπρεπε οπωσδήποτε να τα μοιραστεί αμέσως με Εκείνον. Τον σύντροφο και συνοδοιπόρο της στη ζωή.

Η χαρά και η έξαψη που ένιωθε την έκαναν να μην συνειδητοποιήσει πόσο γρήγορα έφτασε στο κτήριο της εταιρείας του. Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει την καρδιά της να χτυπάει τόσο γρήγορα, τα πόδια της τόσο ελαφριά. Ίσως μόνο στα πρώτα τους ραντεβού, πολλά χρόνια πριν. Αλλά πλέον βρισκόταν στο τώρα, και όλα της τα βήματα την οδηγούσαν στο γραφείο του, σαν να εξαρτιόταν η ζωή της από αυτό. Και σχεδόν μπορούσε να δει μπροστά της το πρόσωπό του, ακόμη λαμπρότερο και ομορφότερο από τη χαρά, μόλις θα μοιραζόταν μαζί του τα υπέροχα νέα της.

Δεν πρόλαβε όμως, γιατί μόλις μπήκε στο γραφείο αντίκρισε κάτι άλλο. Έγινε μάρτυρας ενός πραγματικά πολύ περίεργου θεάματος, που δεν της ήταν, ωστόσο, εντελώς άγνωστο. Διότι αυτό που έβλεπε ήταν ένα ζωντανό στιγμιότυπο, μία σκηνή βγαλμένη από τις πρώτες συναντήσεις που είχε με Εκείνον, αυτές που την είχαν κάνει να μην μπορεί να τον βγάλει από το μυαλό της.

Όλα ήταν ίδια με τότε. Το άρωμά του, τα ρούχα του, τα λόγια του, οι κινήσεις του. Μόνο ένα πράγμα ήταν διαφορετικό: στη θέση της βρισκόταν πλέον μία άλλη γυναίκα. Η οποία, μάλιστα, είχε την ίδια μαγεμένη έκφραση που είχε και η Ήρα κάθε φορά που βρισκόταν στην αγκαλιά του τότε, που μιλούσαν για ώρες μέχρι να αποκοιμηθούν. Έκλεισε αθόρυβα την πόρτα για να μην την δουν και έφυγε αμέσως, ίσως γρηγορότερα απ’ ό,τι ήρθε.

Τον ενθουσιασμό και την ευτυχία διαδέχτηκαν η θλίψη και η απελπισία. Και τότε αμέσως της ήρθαν στο μυαλό τα λόγια της μητέρας της και των φίλων της. Πως για μία άξια γυναίκα κύριο μέλημα είναι πάντα να φροντίζει τον άντρα της, να μην τον στενοχωρεί ποτέ, ούτε να τον κουράζει με τα ανούσια προβλήματά της. Και πως αν ποτέ ο άντρας κάνει κάτι που δεν πρέπει, αυτό θα έχει γίνει γιατί η γυναίκα σίγουρα δεν τον πρόσεξε αρκετά. Οπότε η γυναίκα πρέπει αφενός να τον συγχωρήσει, και αφετέρου να προσπαθήσει ακόμα πιο σκληρά να γίνει μία σωστή σύζυγος, για την οποία ο άντρας της θα είναι υπερήφανος. Αυτό ακριβώς ήταν που σκόπευε να κάνει και η Ήρα.

Ώσπου ήρθε το μωρό. Μωρό που ήταν, αναμφισβήτητα, ένα από τα πιο όμορφα που είχαν γεννηθεί ποτέ στο μαιευτήριο, σύμφωνα και με το προσωπικό. Η Ήρα ήξερε βέβαια πως για αυτό ευθύνεται Εκείνος. Και ένιωθε απίστευτα ευτυχισμένη τις πρώτες μέρες μετά τη γέννα. Ντρεπόταν όμως να παραδεχτεί ακόμη και στον εαυτό της το γιατί. Επειδή η αιτία δεν ήταν τόσο το γεγονός ότι είχε γίνει μητέρα, όσο το ότι έβλεπε ξανά στα μάτια Εκείνου την αγάπη, την ευτυχία, την υπερηφάνεια. Και είχε τόσα πολλά χρόνια να τα δει.

Αλλά ο καιρός πέρασε. Εκείνος σπάνια πια της μιλούσε για κάτι που δεν είχε σχέση με το παιδί. Και συνήθως θα ήταν κακοδιάθετος, νυσταγμένος ή αδιάφορος για τα πάντα. Ευτυχώς όμως, είχε αποκτήσει μία πολύ υψηλή θέση στην εταιρεία. Τις περισσότερες μέρες, μάλιστα, ερχόταν στο σπίτι μόνο για να κοιμηθεί.

Εξάλλου, κανέναν δεν χρειαζόταν η Ήρα. Είχε πλέον το παιδί της, τον άνθρωπο που αγαπούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Συζητούσαν μεταξύ τους για τα πάντα. Κάθε ώρα της ημέρας σχεδόν την περνούσαν μαζί. Και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένα πλάσμα τόσο υπέροχο και χαρισματικό είναι δικό της, κομμάτι της.

Το κοιτούσε, λοιπόν, το πρωί καθώς ετοιμαζόταν για το σχολείο, το καμάρωνε όταν έκανε προπόνηση στο κολυμβητήριο, το θαύμαζε ενώ μελετούσε με προσήλωση τα βιβλία του για τις σχολικές εξετάσεις. Και εκείνες τις στιγμές, ήταν πάντα μία η σκέψη που της ερχόταν στο μυαλό: «Πόσο τυχερή είμαι! Δεν θα ξαναχρειαστεί ποτέ πια να σκέφτομαι μόνη μου, σιωπηλά μέσα στα σκοτάδια! Θα έχω πάντοτε κάποιον στο πλευρό μου για να μοιράζομαι τις σκέψεις μου!».